Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΖΙΝ
Η πρώτη εξακριβωμένη ημερομηνία παρασκευής τζιν καταγράφεται τις αρχές του 17ου αιώνα στην Ολλανδία, παρ' όλο έχουν γίνει συζητήσεις ότι η παρασκευή του ανάγεται νωρίτερα στην Ιταλία. Στην Ολλανδία παρασκευάζονταν σαν φάρμακο και πωλείτο στα φαρμακεία για την θεραπεία στομαχόπονων, της ποδάγρας και παθήσεων της χολής. Για να το κάνουν πιο εύγεστο, άρχισαν να το αρωματίζουν με τους καρπούς του juniper (είδος κυπαρισσιού), το οποίο από μόνο του έχει θεραπευτικές ιδιότητες.
Κατά τη διάρκεια του 30ετούς πολέμου στις Κάτω Χώρες τα βρετανικά εκστρατευτικά στρατεύματα που πολεμούσαν, για να αντέξουν τις μακρόχρονες εκστρατείες με υγρό καιρό, τους δίνονταν τζιν για να ζεσταθούν, το ονομαζόμενο "Ολλανδικό κουράγιο". Τελικά άρχισαν να το φέρνουν πίσω στην Βρετανία, όπου ήδη είχε αρχίσει να πωλείται στα φαρμακεία. Απόσταξη γίνονταν περιστασιακά, αλλά τώρα άρχιζε να γίνεται σε μεγαλύτερη κλίμακα, αν και πολύ συχνά η ποιότητα ήταν αμφίβολη. Σε κάθε περίπτωση, το νέο αυτό ποτό έγινε πολύ δημοφιλές μεταξύ των φτωχών.
Όταν πλέον ο βασιλιάς Κάρολος ο 1ος σχημάτισε "Σεβαστή Συντεχνία των Αποστακτών", της οποίας τα μέλη είχαν το αποκλειστικό δικαίωμα της απόσταξης οινοπνευμάτων στο Λονδίνο, το Ουέστμινστερ και στην περιφέρεια 21 μιλίων, βελτιώθηκε τόσο η ποιότητα του τζιν όσο και η εικόνα του. Βοήθησε και την αγγλική αγροτική οικονομία, γιατί χρησιμοποιήθηκαν τα πλεονάσματα καλαμποκιού και κριθαριού.
Όταν ο βασιλιάς Γουίλιαμ ο 3ος, ο ονομαζόμενος ο Γουίλιαμ του πορτοκαλιού, ανέβηκε στον θρόνο το 1689, θέσπισε με μια σειρά από νόμους που ενθάρρυναν την απόσταξη οινοπνευμάτων στην Βρετανία. Οποιοσδήποτε μπορούσε πλέον να αποκτήσει το δικαίωμα της απόσταξης, αρκεί να αναρτούσε μία ανακοίνωση για αυτό σε δημόσιο χώρο και να περίμενε 10 ημέρες. Μερικές φορές μοιράζανε τζιν στους εργάτες σαν μέρος της αμοιβής τους και σύντομα ο ημερήσιος πωλούμενος όγκος ξεπέρασε αυτόν της μπύρας, πού ήταν έτσι κι αλλιώς πιο ακριβή.
Το 1729 καθιερώθηκε ο φόρος 20 λιρών για την άδεια παρασκευής και φόρος κατανάλωσης 2 σελήνια ανά γαλόνι. Επιπρόσθετα, οι λιανοπωλητές χρειάζονταν πλέον άδεια. Αυτή η πολιτική ενώ περιόρισε την παραγωγή του καλού τζιν, η κατανάλωση, ιδιαίτερα των κακών αλκοολούχων, συνέχισε να ανεβαίνει.
Στα 1730 στο Λονδίνο υπήρχαν πάνω από 7000 μαγαζιά που πουλούσαν μόνο οινοπνευματώδη. Ο Ντανιέλ Νταφόε είχε γράψει για τον "τεράστιο αριθμό από μαγαζάτορες που πουλούσαν αποκλειστικά και εξ ολοκλήρου οινοπνευματώδη". Σε συγκεκριμένες περιοχές, ένα στα τέσσερα σπίτια πουλούσαν οινοπνευματώδη.
Η κατάχρηση του αλκοόλ από τους φτωχούς έφτασε να γίνει μείζον πρόβλημα. Ο Σμόλετ, ένας σκοτσέζος συγγραφέας του 18ου αιώνα έγραψε: "σε αυτά τα ζοφερά σπήλαια (καπηλειά) αυτοί (οι φτωχοί) κείτονταν μέχρι να ανακτήσουν κάποιες από τις δυνάμεις τους, και μετά ξανακυλούσαν σ' αυτό το κακό ποτό". Ο λόρδος Χάρβεϊ δήλωσε: "η μέθη ήταν τόσο συνήθης μεταξύ των απλών ανθρώπων, που όλη η πόλη του Λονδίνου κατακλυζόταν από μεθυσμένους από το πρωί ως το βράδυ". Ο Γουίλιαμ Χόγκαρθ στον "δρόμο του τζιν", ένα χαρακτικό αυτής της εποχής, παριστά μια σκηνή απραξίας, κακίας και μιζέριας, που οδηγεί στην τρέλα και τον θάνατο.
Έγινε απόπειρα να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα με την εφαρμογή του λεγόμενου "νόμου του τζιν", τα μεσάνυχτα της 29ης Σεπτεμβρίου 1736, με τον οποίο έκανε το τζιν απαγορευτικά ακριβό. Η άδεια λιανικής πώλησης κόστιζε 50 λίρες και ο φόρος κατανάλωσης πενταπλασιάστηκε στην μία λίρα ανά γαλόνι, με μέγιστη ποσότητα πώλησης λιανικώς τα δύο γαλόνια. Ο τότε πρωθυπουργός Σερ Ρόμπερτ Γουόλπολ και ο Δόκτωρ Σάμουελ Τζόνσον ήταν από τους σκεπτικιστές της εφαρμογές του νόμου αυτού, επειδή θεωρούσαν ότι δεν μπορούσε να έχει εφαρμογή ο νόμος αυτός στους απλούς ανθρώπους. Και είχαν δίκιο: Ταραχές ξέσπασαν και ο νόμος καταπατήθηκε ευρύτατα και φανερά. Περίπου αυτήν την εποχή, 11 εκατομμύρια γαλόνια τζιν παρασκευάζονταν στο Λονδίνο, ποσότητα που ήταν 20πλάσια αυτής του 1690 και είχε υπολογισθεί ότι για κάθε άρρενα αντιστοιχούσαν 14 γαλόνια αλκοόλ. Μέσα σε 6 χρόνια από την ισχύ του νόμου αυτού, μόνο 2 αποστακτήρια πήραν άδεια, ενώ την ίδια περίοδο η παραγωγή αυξήθηκε σχεδόν κατά 50%.
Ο νόμος αυτός τελικά έγινε παραδεκτό ότι δεν μπορούσε να εφαρμοστεί και ανακλήθηκε το 1742, δίνοντας στην θέση του σε έναν άλλο, όπου και οι παραγωγοί πήραν μέρος στην σύνταξή του: ακριβές τιμές και δασμοί στα όρια της λογικής, εγκεκριμένοι λιανοπωλητές υπό την επίβλεψη της τοπικής αρχής. Ουσιαστικά, αυτή είναι η κατάσταση που επικρατεί και σήμερα στην Αγγλία.
Αυτές οι αλλαγές ήταν το κίνητρο να εισέλθουν πιο αξιόπιστες εταιρείες τόσο στον χώρο απόσταξης όσο και στο λιανεμπόριο, κάνοντας το τζιν ένα ποτό υψηλής ποιότητας. Αρκετές εταιρείες καθιερώθηκαν στον χώρο, συχνά επεκτείνοντας τις δραστηριότητες τους και σε άλλους τομείς. Ένα τέτοιο παράδειγμα ήταν και η χορηγία της ανακάλυψης του βορειοδυτικού περάσματος στον Βόρειο Πόλο στα 1829-33: η αποστολή απέτυχε, αλλά βρέθηκε η πραγματική θέση του Βόρειου Μαγνητικού Πόλου.
Το τζιν είχε αποκτήσει από το 1820 το προσωνύμιο το "γάλα της μάνας", αλλά αργότερα τον ίδιο αιώνα έγινε γνωστό σαν τα "ερείπια της μάνας", μια περιγραφή ίσως που ανάγεται στην περίοδο της ποτοαπαγόρευσης του προηγούμενου αιώνα.
Ήδη από αυτή την εποχή αρχίζει η εμπορική μάχη μεταξύ των μαγαζιών που πουλούσαν μπύρα και αυτών που πουλούσαν τζιν. Μετά τον "νόμο της Μπυραρίας" το 1820, η μπύρα πουλιόταν χωρίς άδεια και 45000 μπυραρίες είχαν εμφανιστεί ως τα 1838. Οι πωλητές αλκοολούχων που ακόμη χρειαζόντουσαν άδεια, για να ανταγωνιστούν τις μπυραρίες, δημιούργησαν τα "παλάτια του τζιν", που πρωτοεμφανίστηκαν στα 1830. Σχεδιάστηκαν να είναι ένα κέντρο διαφυγής από το σπίτι. Και σε αντίθεση με το σπίτι των φτωχών - που εξακολουθούσε να είναι η πλειοψηφία των καταναλωτών- βρίσκονταν συχνά σε πρόστυχες γειτονιές, το παλάτι του τζιν ήταν ευρύχωρο, εντυπωσιακό και ακόμη επιπλωμένο με πολυτέλεια. Γύρω στα 1850 υπήρχαν περί τα 5000 τέτοια μέρη στο Λονδίνο και ο Ντίκενς στα μέσα το 1830, τα περιγράφει σαν "εξαιρετικά φανταχτερά σε αντίθεση με το σκοτάδι και τη βρωμιά που μόλις αφήσαμε" .
Στα μέσα του 1830 ξεκίνησε μια κίνηση για εγκράτεια στο αλκοόλ. Ενώ απέτυχε να έχει μεγάλο αντίκτυπο, βοήθησε στον διάλογο για την αναγνώριση του προβλήματος της κατανάλωσης αλκοόλ. Ο Τόμας Καρλάϊλ έγραψε για το τζιν ότι είναι η "υγρή τρέλα που πωλείται 10 πένες το καρτούτσο". Εν τέλει στα 1869 νομοθετήθηκε η ανάγκη άδειας για την πώληση μπύρας και κρασιού. Δύο χρόνια αργότερα, ένας άλλος νόμος προτάθηκε που ήθελε τον περιορισμό των καπηλειών στη χώρα στο μισό, αλλά εξεργέθηκε η κοινή γνώμη. Ένας επίσκοπος μάλιστα δήλωνε στην βουλή των λόρδων ότι "προτιμούσε μια Αγγλία ελεύθερη παρά μια Αγγλία ξεμέθυστη". Ο νόμος τελικά αποσύρθηκε.
Με τον καιρό έγιναν πολλές μεταρρυθμίσεις, με αποτέλεσμα η παραγωγή του τζιν να βελτιωθεί. Απέκτησε καλύτερη ισορροπία και άρωμα και άρχισε την άνοδό του στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα.

επιστροφή στην κορυφή

Επιστροφή στην προηγούμενη σελίδα

Βιβλιογραφία: Διάφορα κείμενα από το διαδύκτιο.